Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Νέα κριτήρια ενδέχεται να αλλάξουν τη διάγνωση για τα αρχικά στάδια του Αλτσχάιμερ

Νέα υπό συζήτηση κριτήρια, μπορεί να αλλάξουν για εκατομμύρια ανθρώπους τη διάγνωση για τα αρχικά στάδια του Αλτσχάιμερ.




Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που σήμερα διαγιγνώσκονται με ήπια μορφή Αλτσχάιμερ, μπορεί να διαγνωστούν ότι τελικά δεν έχουν τη νόσο, αλλά απλώς μια ήπια νοητική διαταραχή, αν εφαρμοστούν τα νέα υπό συζήτηση κριτήρια σχετικά με τη διάγνωση των νοητικών προβλημάτων. Οι ασθενείς που σήμερα διαγιγνώσκονται με «πολύ ήπια» ή «ήπια» νόσο του Αλτσχάιμερ, θα λαμβάνουν τη νέα διάγνωση ότι πάσχουν απλώς από «ήπια νοητική (γνωστική) διαταραχή», η οποία σήμερα θεωρείται το ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στη φυσιολογική- λόγω ηλικίας- έκπτωση των νοητικών λειτουργιών και στην ανάπτυξη άνοιας (στην οποία ανήκει και το Αλτσχάιμερ).Τα προτεινόμενα νέα κριτήρια διευρύνουν τον ορισμό της ήπιας νοητικής διαταραχής, κάτι που είναι πιθανό να προκαλέσει σύγχυση στους γιατρούς που θα κληθούν να διακρίνουν ανάμεσα στην ήπια νοητική διαταραχή και στο Αλτσχάιμερ. Το επίμαχο θέμα φέρνει στο προσκήνιο μια νέα επιστημονική μελέτη, με επικεφαλής τον καθηγητή νευρολογίας Τζον Μόρις, της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Ουάσιγκτον (Σεν Λιούις), η οποία δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό νευρολογικό περιοδικό «Archives of Neurology», σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ.
Τα νέα κριτήρια, σύμφωνα με τον Μόρις, ακολουθούν μια εσφαλμένη αντίληψη, ότι η ήπια νοητική διαταραχή και το Αλτσχάιμερ είναι ξεχωριστές νόσοι, όταν στην πραγματικότητα, όπως λέει, δεν είναι παρά διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας στον εγκέφαλο. «Είναι τεχνητή η ιδέα ότι υπάρχει ένα στάδιο ήπιας νοητικής διαταραχής, το οποίο είναι διακριτό από το πρώιμο στάδιο της νόσου Αλτσχάιμερ», όπως τονίζει και εκτιμά ότι τα νέα κριτήρια θα θολώσουν χωρίς λόγο τη διαχωριστική γραμμή.
Ο Μόρις επισημαίνει ότι αντί οι επιστήμονες να προσπαθούν να απαλλάξουν τους ανθρώπους από τη διάγνωση του Αλτσχάιμερ, κάνοντας εναλλακτική διάγνωση για ήπια νοητική διαταραχή, θα έπρεπε να κάνουν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να προσπαθούν να ξεχωρίσουν ανάμεσα σε όσους έχουν νοητική διαταραχή, εκείνους τους ασθενείς που σίγουρα θα εμφανίσουν Αλτσχάιμερ, εστιάζοντας έγκαιρα στα προβλήματα μνήμης και στα άλλα συμπτώματα πρόωρου νοητικού εκφυλισμού.
Μέχρι τώρα, η ήπια νοητική διαταραχή δινόταν ως διάγνωση σε ασθενείς που διαγιγνώσκονταν με την έναρξη προβλημάτων μνήμης και ομιλίας, τα οποία όμως δεν εμπόδιζαν τις καθημερινές λειτουργίες τους. Με το νέο διευρυμένο ορισμό, που προτείνουν το Εθνικό Ινστιτούτο για τη Γήρανση και η Ένωση Αλτσχάιμερ των ΗΠΑ, θα θεωρείται ότι έχει ήπια νοητική διαταραχή και όχι Αλτχχάιμερ κάθε άνθρωπος που, παρά τα όποια νοητικά προβλήματά του, είναι σε θέση να «έχει ανεξαρτησία λειτουργικών δραστηριοτήτων», ακόμα και αν δυσκολεύεται να ψωνίσει, να πληρώσει λογαριασμούς, να μαγειρέψει ή να κάνει τις δουλειές του νοικοκυριού. Μέχρι τώρα, αυτές οι δυσκολίες κατέτασσαν τον ασθενή στην κατηγορία του Αλτσχάιμερ.
Η έρευνα του Μόρις έδειξε ότι σχεδόν όλοι (πάνω από 93%) όσων ασθενών ταξινομούνται σήμερα ότι έχουν ήπιο Αλτσχάιμερ, θα λάβουν πλέον διάγνωση για ήπια νοητική διαταραχή. Η διαφορική διάγνωση των γιατρών θα διευκολυνθεί πάντως στο μέλλον, όταν θα υπάρξουν τεστ με βάση νέους βιοδείκτες, που θα κάνουν διάγνωση του Αλτσχάιμερ από τα πρώτα κιόλας στάδιά του.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Κακό για την υγεία το διαζύγιο σε μικρή ηλικία

Το διαζύγιο σε νεαρή ηλικία κάνει μεγαλύτερο κακό στην υγεία, από ό,τι αν συμβεί αργότερα στη ζωή.




Οι άνθρωποι που χωρίζουν σε πιο μικρή ηλικία, κινδυνεύουν με μεγαλύτερα προβλήματα υγείας σε σχέση με όσους παίρνουν διαζύγιο σε πιο μεγάλη ηλικία, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική έρευνα.Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια κοινωνιολογίας Χούι Λίου του πολιτειακού πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό κοινωνικής επιστήμης και ιατρικής «Social Science & Medicine», ανέλυσαν τις περιπτώσεις περίπου 1.300 ατόμων και συσχέτισαν την κατάσταση της υγείας τους με την κατάσταση του γάμου τους.
Η έρευνα έδειξε ότι όσοι χωρίζουν σε ηλικία 35 έως 41 ετών, έχουν περισσότερα προβλήματα υγείας, σε σχέση με όσους χωρίζουν σε ηλικία 44 έως 50 ετών. Η διαπίστωση αυτή προκάλεσε έκπληξη στους ερευνητές, που περίμεναν ότι οι νεαρότεροι θα είχαν μεγαλύτερες ψυχικές και σωματικές αντοχές.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι που παίρνουν διαζύγιο, έχουν περισσότερες εμπειρίες και ικανότητες, έτσι ώστε να τα βγάλουν πέρα με το σοκ του χωρισμού, ενώ οι μικρότεροι είναι πιο απροετοίμαστοι και υποφέρουν πιο πολύ, με συνέπεια να φθείρουν περισσότερο και την υγεία τους λόγω του αυξημένου στρες που νιώθουν.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι χωρισμένοι νεότερης ηλικίας χρειάζονται περισσότερη κοινωνική, ψυχολογική και οικογενειακή στήριξη σε περίπτωση διαζυγίου, σε σχέση με τους πιο ώριμους διαζευγμένους, είτε με τη μορφή επίσημης συμβουλευτικής υποστήριξης, είτε άτυπης.
Μια πιθανή αιτία για την μικρότερη επίπτωση του διαζυγίου στις μεγαλύτερες ηλικίες, σύμφωνα με τη Λίου, είναι ότι ίσως σε αρκετά ζευγάρια που έχουν μείνει παντρεμένα επί πολλά χρόνια, ο γάμος αποτελεί μεγαλύτερο ψυχικό βάρος κι έτσι, όταν χωρίζουν, αισθάνονται μεγαλύτερη ανακούφιση που έμειναν μόνοι, σε σχέση με τους πιο νέους.
Η έρευνα πάντως διαπίστωσε ότι γενικότερα όσοι χωρίζουν, βιώνουν ταχύτερη επιδείνωση της υγείας τους σε σχέση με όσους μένουν παντρεμένοι, κάτι που επιβεβαιώνει ανάλογα ευρήματα προηγουμένων μελετών όσον αφορά το όφελος του γάμου για την υγεία.
Από την άλλη, όσοι ήταν για πολλά χρόνια ήδη χωρισμένοι, δεν παρουσίασαν -στο χρονικό διάστημα της έρευνας- χειροτέρευση της υγείας τους μεγαλύτερη από ό,τι οι παντρεμένοι, κάτι που δείχνει ότι το πρόβλημα για την υγεία παρατηρείται κυρίως κατά την μεταβατική περίοδο από το γάμο στο διαζύγιο, η οποία προκαλεί το μεγαλύτερο άγχος. Όταν πια ένας άνθρωπος προσαρμοστεί στο νέο καθεστώς του χωρισμένου, τότε η υγεία του τείνει να σταθεροποιείται.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ