Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Δυσανεξία στην λακτόζη: Πώς θα πάρετε ασβέστιο αν δεν πίνετε γάλα

Τα οστά μας παραμένουν δυνατά σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Από τη στιγμή, όμως, που θα φτάσουμε και θα ξεπεράσουμε τα 30 χρόνια χωής, αρχίζουν σιγά, αλλά σταθερά, να αποδυναμώνονται. Η βασική διαιτητική πηγή ασβεστίου είναι φυσικά το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα (γιαούρτι, τυρί κλπ).
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που κάποιος έχει δυσανεξία στην λακτόζη, η οποία φυσικά υπάρχει σε γαλακτοκομικές τροφές; Πώς μπορεί να βρει το απαραίτητο ασβέστιο για πιο γερά κόκαλα;
Τα καλά νέα για τους ανθρώπους που έχουν δυσανεξία στην λακτόζη ή που απλά δεν τους αρέσει το γάλα είναι ότι υπάρχουν πολλές μη-γαλακτοκομικές πηγές ασβεστίου. Επιπλέον, υπάρχουν θετικά βήματα που μπορείτε να ακολουθήσετε για να βεβαιωθείτε ότι το σώμα σας απορροφά όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο αποτελεσματικά ασβέστιο.
Αν έχετε δυσανεξία στην λακτόζη, ή συμπτώματα από οστεοπόρωση, δείτε μερικές συμβουλές για αλλαγές στην καθημερινή σας ρουτίνα και τις τροφές, που μπορείτε να καταναλώνετε και οι οποίες μπορούν να σας βοηθήσουν να πάρετε περισσότερο ασβέστιο:
Μειώστε τα αναψυκτικά
Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αναψυκτικών αυξάνει τα επίπεδα φωσφόρου στο αίμα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει “διαρροή” υπάρχοντος ασβεστίου από τα οστά και να εμποδίσει την απορρόφηση νέου διαιτητικού ασβεστίου.
Πάρτε βιταμίνη D
Το ασβέστιο απορροφάται από το σώμα και χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει αρκετή βιταμίνη D στον οργανισμό σας. Μια ισορροπημένη διατροφή θα πρέπει να περιλαμβάνει επαρκείς δόσεις βιταμίνης D. Μην ξεχνάτε ότι το φως του ήλιου βοηθά το σώμα να δημιουργήσει με φυσικό τρόπο βιταμίνη D.
Όσπρια
Τα όσπρια έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο, αλλά και σε πρωτεΐνη. Ειδικά τα φασόλια είναι ίσως η καλύτερη επιλογή. Ένα φλιτζάνι μαγειρεμένων φασολιών έχει 154mg ασβεστίου.
Σολομός κονσέρβα
Μόλις 85 γραμμάρια περιέχεουν 181mg ασβεστίου. Ο σολομός είναι επίσης εξαιρετική πηγή των υπερπολύτιμων ω-3 λιπαρών οξέων.
Ξηροί καρποί
Τα αμύγδαλα και τα φιστίκια Βραζιλίας περιέχουν περίπου 100mg ασβεστίου ανά μερίδα σερβιρίσματος και συνιστώνται στις περισσότερες δίαιτες με μειωμένους υδατάνθρακες.
Πηγή: iatropedia.gr

Μακροζωία: Η διατροφή που χαρίζει χρόνια και εκείνη που τα «κλέβει»

Μύθος ότι μια διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες και λιπαρά εξασφαλίζει τη μακροζωΐα, ισχυρίζεται νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, καταρρίπτοντας μια συνταγή υγείας λαοφιλή από τη δεκαετία του ’80 ήδη.
Αυτό που η έρευνα δεν αμφισβητεί είναι ότι μια διατροφή πλούσια σε λιπαρά και υδατάνθρακες συνδέεται πράγματι με κακή υγεία και υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Επιπλέον, όσοι προσλαμβάνουν  έστω και λίγα λιπαρά και υδατάνθρακες από ανθυγιεινά τρόφιμα έχουν περισσότερες πιθανότητες πρόωρου θανάτου σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με τα ευρήματα.
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα σχετικά με τον τρόπο διατροφής και την υγεία 37.233 Αμερικανών, με μέσο όρο ηλικίας τα 49 έτη, τα οποία ταξινόμησαν σε κλίμακες σύμφωνα με την περιεκτικότητα της διατροφής σε λιπαρά και υδατάνθρακες, αλλά και την πηγή πρόσληψής τους (υγιεινή-ανθυγιεινή).
Οι άνθρωποι που είχαν κατατάξει υψηλά τη διατροφή χαμηλών λιπαρών και υδατανθράκων, δεν ζούσαν περισσότερο κατά μέσο όρο από εκείνους που δεν είχαν τα θρεπτικά αυτά στοιχεία περιορισμένα στη διατροφή τους.
Όσοι ακολουθούσαν ανθυγιεινή διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες είχαν 7% περισσότερες πιθανότητες πρόωρου θανάτου, ενώ οι πιθανότητες ήταν 6% για όσους προσλάμβαναν λιπαρά από ανθυγιεινά τρόφιμα.
Αυτό που οι ειδικοί επισημαίνουν είναι πως ο περιορισμός υδατανθράκων (ψωμί, ζυμαρικά, δημητριακά) και λιπαρών (κόκκινο κρέας, γαλακτοκομικά και έλαια), βοηθά στην απώλεια βάρους βραχυπρόθεσμα.
Κυρίως όμως, θέλησαν να αναδείξουν ότι η ποιότητα και όχι η ποσότητα των θρεπτικών συστατικών,  συμπεριλαμβανομένων των λιπαρών και των υδατανθράκων, είναι αυτή που καθορίζει τη μακροζωία μας.
Διότι, μπορεί η υπερκατανάλωση υδατανθράκων να αυξάνει τη φλεγμονή και να επηρεάζει την ανοχή στην ινσουλίνη, το ίδιο όμως συμβαίνει και όταν η πρόληψή τους είναι μειωμένη μεν, αλλά προέρχεται από τροφές όπως το λευκό ψωμί, το λευκό ρύζι, το επεξεργασμένο αραβοσιτάλευρο ή τα πρόσθετα σάκχαρα.

Παρομοίως, μια δίαιτα φτωχότερη σε λιπαρά, τα οποία όμως προέρχονται από κορεσμένα λίπη (κρέας, τα γαλακτοκομικά) δεν συμβάλλει σε επαρκές αίσθημα κορεσμού και συμβάλλει στην αύξηση των επιπέδων χοληστερόλης, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες για κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα.
Μία ακόμα σημαντική πληροφορία από την έρευνα είναι πως τα χαμηλής ποιότητας τρόφιμα είναι αρκετά φθηνότερα, και κατά συνέπεια η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη στα χαμηλά οικονομικά στρώματα.
Τι συνιστούν οι ειδικοί; Δίαιτες πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, ψάρια και πουλερικά, δοκιμασμένη συνταγή για μια πιο υγιή ζωή.
Πηγή: ygeiamou.gr