Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Κίνδυνος παχυσαρκίας από το πολύ... αλάτι

Η υπερκατανάλωση άλατος μπορεί να ανοίγει τον δρόμο στην παχυσαρκία, ανεξάρτητα από τις θερμίδες που καταναλώνει κανείς, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Βρετανοί επιστήμονες ανακάλυψαν ότι με κάθε έξτρα γραμμάριο αλάτι που τρώει ένας άνθρωπος καθημερινά, ο κίνδυνος παχυσαρκίας αυξάνεται κατά περισσότερο από 25%.

Ακόμα, δε, και όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο συνολικός αριθμός των προσλαμβανομένων θερμίδων, το αλάτι εξακολουθεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στο σωματικό βάρος.

Οι γιατροί ξέρουν εδώ και δεκαετίες ότι το πολύ αλάτι αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης, αλλά η παρούσα μελέτη είναι η πρώτη που το συσχετίζει και με το σωματικό βάρος.

Η μελέτη, που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Hypertension», βασίσθηκε στην ανάλυση στοιχεία από 458 παιδιά (ηλικίες 6-14 ετών) και 785 ενήλικες (ηλικίες 32-66 ετών), που συμπλήρωναν επί τέσσερις ημέρες ένα ειδικό, αναλυτικό ερωτηματολόγιο διατροφής και υποβλήθηκαν σε 24ωρη καταγραφή των ούρων - μία εξέταση κατά την οποία ένα άτομο συγκεντρώνει για μία ημέρα σε ένα μπουκάλι τα ούρα του προκειμένου να αναλυθούν.

Όπως έδειξαν τα στοιχεία, η περιεκτικότητα των ούρων σε νάτριο (σ.σ. είναι το βασικό συστατικό του άλατος) ήταν υψηλότερη σε όσους ήσαν παχύσαρκοι ή υπέρβαροι.

Επιπλέον, όσο υψηλότερη ήταν η κατανάλωση άλατος στη διατροφή, τόσο αυξανόταν ο κίνδυνος να διαθέτει κάποιος περιττά κιλά.

Έτσι, με κάθε πρόσθετο γραμμάριο αλάτι στη διατροφή και στα ούρα, ο κίνδυνος παχυσαρκίας αυξανόταν κατά 28% στα παιδιά και κατά 26% στους ενήλικες - ένα εύρημα που ίσχυε αφού πρώτα οι ερευνητές έλαβαν υπ’ όψιν άλλους παράγοντες κινδύνου για παχυσαρκία, όπως η ημερήσια πρόσληψη θερμίδων, το επίπεδο της σωματικής δραστηριότητας, το φύλο, το οικογενειακό εισόδημα κ.ά.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι «η πρόσληψη άλατος ενδέχεται να αποτελεί δυνητικό παράγοντα κινδύνου παχυσαρκίας, ανεξαρτήτως της ενεργειακής (θερμιδικής) πρόσληψης», σημειώνουν οι ερευνητές στο άρθρο τους.

Οι ερευνητές με επικεφαλής τον δρα Γκρέιαμ ΜακΓκρέγκορ, καθηγητή Καρδιαγγειακής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, λένε πως δεν ξέρουν με ποιον ακριβώς μηχανισμό μπορεί να επηρεάζει τόσο πολύ το αλάτι το σωματικό βάρος και συνεχίζουν τις έρευνές τους για να εξακριβώσουν τι συμβαίνει.

Πηγή: tanea.gr

Η «όρεξη» για τρέξιμο καθορίζεται από την όρεξη για φαγητό;

Η όρεξη για τρέξιμο μπορεί να τροφοδοτείται από την πρωτόγονη ανάγκη της αναζήτησης τροφής, αναφέρουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, στον Καναδά.

Η συσχέτιση ανάμεσα στην πείνα και την λαχτάρα για άσκηση μπορεί επίσης να συμβάλλει στο έντονο αίσθημα ευεξίας (το επονομαζόμενο high) που αποκομίζουν οι παθιασμένοι λάτρεις του τζόγγινγκ κάθε φορά που τρέχουν.

Η σχετική έρευνα διεξήχθη σε ποντίκια που έτρεχαν σε κυλιόμενους διαδρόμους και αποκάλυψε τον ρόλο που παίζει στην λαχτάρα για άσκηση η ορμόνη λεπτίνη η οποία έως τώρα ξέραμε πως είναι υπεύθυνη για το αίσθημα κορεσμού της πείνας.

Όπως έδειξε η έρευνα, η μείωση της λεπτίνης στον οργανισμό στέλνει ένα μήνυμα «πείνας» στα κέντρα του εγκεφάλου τα οποία παράγουν το αίσθημα επιβράβευσης που παρέχει το τρέξιμο.

Με αυτό τον τρόπο, η ορμόνη δεν ρυθμίζει μόνο την επιθυμία για φαγητό, αλλά και για φυσική δραστηριότητα.

«Πιστεύουμε ότι η μείωση της λεπτίνης αυξάνει το κίνητρο για να σηκωθεί το άτομο και να αναζητήσει τροφή - κάτι που για τους πρωτόγονους ανθρώπους σήμαινε τρέξιμο για να βρουν το ζώο που θα σκότωναν για να φάνε», εξήγησε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Στέφανι Φούλτον, αναπληρώτρια καθηγήτρια Διατροφής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ.

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν επίσης ότι οι άνθρωποι με χαμηλότερα επίπεδα λεπτίνης εξαρτώμενης από το λίπος, όπως οι μαραθωνοδρόμοι υψηλών επιδόσεων, μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι στο αίσθημα επιβράβευσης που παρέχει το τρέξιμο και έτσι να νιώθουν πιο έντονη την ανάγκη για τρέξιμο».

Η λεπτίνη παράγεται από τα λιπώδη κύτταρα και έχει ως βασική λειτουργία την «ενημέρωση» του εγκεφάλου ότι ο οργανισμός έχει επαρκή «καύσιμα» και ενέργεια.

Επηρεάζει επίσης τον μηχανισμό του εγκεφάλου που επιβραβεύει την ωφέλιμες συμπεριφορές (όπως το φαγητό και η άσκηση), κυρίως μέσω του νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη.

Αν και η νέα έρευνα, που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Cell Metabolism», διεξήχθη σε ποντίκια, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα ευρήματά της μπορεί κάλλιστα να ισχύουν και για τους ανθρώπους.

Πηγή: tanea.gr

Στρες και έλλειψη ύπνου σαμποτάρουν τη δίαιτα

Εάν προσπαθείτε να χάσετε τα περιττά σας κιλά, μειώστε το στρες στη ζωή σας και φροντίστε να κοιμάστε αρκετά αλλά όχι πολύ, ειδάλλως σαμποτάρετε άθελά σας την όλη προσπάθεια, συνιστούν αμερικανοί ειδικοί.

Ερευνητές από το Κέντρο Μελέτης της Υγείας του οργανισμού Kaiser Permanente, στο Πόρτλαντ, πραγματοποίησαν μελέτη που έδειξε ότι το πολύ στρες και ο λιγοστός (ή ο υπερβολικός) ύπνος υπονομεύουν την απώλεια βάρους, ακόμα κι όταν ένας άνθρωπος κάνει αυστηρή δίαιτα.

«Ανακαλύψαμε πως όσοι κοιμούνται 6 έως το πολύ 8 ώρες το βράδυ και όσοι έχουν το λιγότερο στρες, έχουν την μεγαλύτερη επιτυχία στα προγράμματα αδυνατίσματος», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Τσαρλς Έλντερ. Και εκτίμησε πως το έντονο στρες και η έλλειψη ύπνου μάς εμποδίζουν να εστιαστούμε στις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες που απαιτεί μια δίαιτα.

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τα κυβερνητικά Εθνικά Ιδρύματα Υγείας (ΝΙΗ) των ΗΠΑ και δημοσιεύεται στην «Διεθνή Επιθεώρηση Παχυσαρκίας» (IJO).

Σε αυτήν συμμετείχαν 472 παχύσαρκοι εθελοντές, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε συμβουλευτική για να αλλάξουν συνήθειες και στη συνέχεια έκαναν δίαιτα που τους παρείχε 500 θερμίδες λιγότερες την ημέρα. Γυμνάζονταν επίσης τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα.

Σε χρονικό διάστημα 26 εβδομάδων, οι εθελοντές έχασαν κατά μέσον όρο 7,5 κιλά. Ωστόσο, όσοι εξ αρχής ήταν πιο ήρεμοι και κοιμόντουσαν όσο έπρεπε, έχασαν περισσότερο βάρος – και αυτό συνεχίστηκε και μετά τις 26 εβδομάδες.

Όσοι εθελοντές, εξάλλου, αρχικά είχαν πολύ στρες ή κατάθλιψη αλλά στην πορεία τα καταπολέμησαν, επίσης κατόρθωσαν να θέσουν υπό έλεγχο το βάρος τους.

Άλλες μέθοδοι που συνέβαλλαν στην επιτυχία του προγράμματος αδυνατίσματος ήταν η τήρηση ενός ημερολογίου άσκησης και ενός διατροφής, κατά τον δρα Έλντερ.

Πηγή: tanea.gr