Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Νέα έρευνα: Η γιόγκα κάνει καλό στους πόνους της μέσης

Η γιόγκα ενδέχεται και να κάνει καλό στους χρόνιους πόνους της μέσης. 

Σύμφωνα με μια νέα επιστημονική μελέτη μπορεί να βοηθήσει και μάλιστα σε σχετικά σύντομο διάστημα, ωστόσο, δεν διασφαλίζει ότι ο ασθενής θα δει ουσιαστική βελτίωση.

Όμως η βελτίωση είναι συνήθως μικρή έως μέτρια και δεν διασφαλίζει ότι ο ασθενής θα δει ουσιαστική βελτίωση.

Θα χρειασθούν εξάλλου περισσότερες έρευνες για να διαπιστωθούν αν συνεχίζουν να υπάρχουν ωφέλειες σε βάθος χρόνου. 

Επίσης η γιόγκα δεν είναι σίγουρο ότι είναι ανώτερη από άλλα είδη ασκήσεων για τη μέση, είναι πάντως καλύτερη επιλογή από το να μην κάνει κανείς τίποτε για τους πόνους του. Δεν υπάρχουν επίσης επαρκή στοιχεία κατά πόσο ωφελείται κανείς περισσότερο, αν προσθέσει τη γιόγκα σε άλλα είδη ασκήσεων που ήδη κάνει.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Σούζαν Γουίλαντ του Κέντρου Ολοκληρωμένης Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην ιατρική επιθεώρηση “Cochrane Library”, μελέτησαν (μετα-ανάλυση) τα ευρήματα 12 τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Ινδία. 

Οι έρευνες αφορούσαν συνολικά περίπου 1.100 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 34 έως 48 ετών και όλοι οι συμμετέχοντες είχαν πόνους στη μέση σε διάφορα σημεία.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η γιόγκα, μέσα σε ένα διάστημα έξι έως 12 μηνών, μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα του πόνου και να βοηθήσει στην καλύτερη κινητικότητα των ατόμων.
 
Από την άλλη όμως, μερικοί άνθρωποι (περίπου το 5% ή ένας στους 20) είναι πιθανό να εμφανίσουν περισσότερους πόνους μετά από τις ασκήσεις γιόγκα. «Καμία άσκηση δεν είναι τελείως ασφαλής», ανέφερε η Γουίλαντ.

Οι χρόνιοι πόνοι στη μέση αποτελούν συχνότατο πρόβλημα και όταν διαρκούν για πάνω από τρεις μήνες, θεωρούνται χρόνιοι. Μερικές φορές ο πόνος οφείλεται σε συγκεκριμένη πάθηση, αλλά ακόμη περισσότερες φορές η αιτία είναι απροσδιόριστη.

Τα τελευταία χρόνια, η γιόγκα κερδίζει συνεχώς έδαφος στις δυτικές χώρες τόσο ως μορφή άσκησης όσο και εναλλακτικής θεραπείας. Όμως το πρόβλημα της πιστοποίησης των προσόντων των δασκάλων γιόγκα, ιδίως όσων την ασκούν σε γυμναστήρια, αποτελεί ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό και υπό συζήτηση σε διάφορες χώρες.

«Το συμπέρασμα είναι ότι αν έχετε χρόνιους πόνους στη μέση και ενδιαφέρεστε να κάνετε γιόγκα, και ο γιατρός σας συμφωνεί, αξίζει να τη δοκιμάσετε. Αλλά βεβαιωθείτε ότι ο δάσκαλός σας είναι καλά εκπαιδευμένος και ότι τα μαθήματα γιόγκα που παρακολουθείτε, είναι σχεδιασμένα για να είναι ασφαλή για ανθρώπους με προβλήματα μέσης, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσετε τις πιθανότητες να τραυματιστείτε και να μεγιστοποιήσετε τις πιθανότητες να ωφεληθείτε», δήλωσε η Γουίλαντ, σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μία πίτσα αρκεί για να αρχίσει να συσσωρεύεται λίπος στο συκώτι

Η κατανάλωση ενός γεύματος πλουσίου σε λιπαρά είναι αρκετή για να αρχίσουν οι μεταβολικές διεργασίες που σχετίζονται με τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, αποκαλύπτει μία νέα μελέτη.

Και αυτό ισχύει ακόμα και για νέους και υγιείς ανθρώπους, ο οργανισμός των οποίων μπορεί να αναρρώσει από ένα τέτοιου είδους γεύμα, αλλά τα επαναλαμβανόμενα θα τον οδηγήσουν τελικά σε μόνιμες βλάβες, λένε οι ερευνητές.

Στη σχετική μελέτη συμμετείχαν 14 αδύνατοι και υγιείς άνδρες, ηλικίας 20 έως 40 ετών, οι οποίοι κατανάλωναν είτε ένα ρόφημα με γεύση βανίλια που περιείχε φοινικέλαιο, είτε σκέτο νερό.

Το φοινικέλαιο είναι πλούσιο σε κορεσμένα λιπαρά και γι’ αυτό θεωρείται επιβαρυντικό για την καρδιαγγειακή υγεία, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι σχετίζεται και με την ανάπτυξη καρκίνου. 

Στην παρούσα μελέτη, τα κορεσμένα λιπαρά του ροφήματος που το περιείχε ήσαν εφάμιλλα με εκείνα που έχει μία κλασικού μεγέθους πίτσα με πεπερόνι ή ένα τσίζμπεργκερ που συνοδεύεται από μία μεγάλη μερίδα τηγανητές πατάτες.

Όπως γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση Journal of Clinical Investigation, πριν και μετά την κατανάλωση κάθε ροφήματος υπέβαλλαν τους εθελοντές τους σε σειρά εξετάσεων.

Όπως διαπίστωσαν, αμέσως μετά την κατανάλωση του ροφήματος με το φοινικέλαιο, αυξήθηκε η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ τους και μειώθηκε η ευαισθησία του οργανισμού τους στην ινσουλίνη, την ορμόνη που ελαττώνει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Επιπλέον, αυξήθηκαν τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και γλυκαγόνης στο αίμα τους, παρατηρήθηκαν αλλαγές στην ηπατική λειτουργία τους, ενώ άλλαξε και η δραστηριότητα των γονιδίων που εμπλέκονται στην μη-αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος, δηλαδή στη συσσώρευση λίπους στο συκώτι εξαιτίας της διατροφής και όχι του αλκοόλ.

Η γλυκαγόνη είναι μία ορμόνη η οποία δρα αντίθετα από την ινσουλίνη, εμποδίζοντας τη μείωση του σακχάρου και σε συνδυασμό με τη μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξάνει τον κίνδυνο εκδηλώσεως διαβήτη.

Στην πραγματικότητα, τα κορεσμένα λιπαρά μείωσαν την ευαισθησία στην ινσουλίνη κατά 25% σε όλο το σώμα, κατά 15% στο ήπαρ και κατά 34% στον λιπώδη ιστό.

Τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων αυξήθηκαν κατά 35%, ενώ ο μηχανισμός παραγωγής γλυκόζης (σακχάρου) από μη-υδατανθρακούχα τρόφιμα έγινε κατά 70% πιο ενεργός.

«Η δοκιμασία του φοινικελαίου που χρησιμοποιήθηκε προκαλεί παρόμοιες επιδράσεις με την κατανάλωση ενός γεύματος πλουσίου σε κορεσμένα λιπαρά, όπως μιας κλασικής πίτσας οκτώ τεμαχίων με πεπερόνι που περιέχει 16,72 γραμμάρια κορεσμένα λιπαρά ανά 110 γρ. ή ενός γεύματος που αποτελείται από ένα τσίζμπεργκερ βάρους 110 γραμμαρίων και μία μεγάλη μερίδα τηγανητές πατάτες», γράφουν οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Μίχαελ Ρόντεν, καθηγητή στο Τμήμα Ενδοκρινολογίας & Διαβητολογίας του Πανεπιστημίου Χάϊνριχ-Χάινε, στο Ντύσελντορφ της Γερμανίας.

«Ένα τέτοιου είδους γεύμα πιθανώς είναι αρκετό για να προκληθεί παροδική αντοχή στην ινσουλίνη και διαταραγμένος ηπατικός μεταβολισμός».

Και συνεχίζουν: «Εικάζουμε ότι οι αδύνατοι, υγιείς άνθρωποι μπορούν να αντισταθμίσουν επαρκώς την υπερκατανάλωση κορεσμένων λιπαρών οξέων, αλλά η επίμονη και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τέτοιου είδους θρεπτικά συστατικά θα οδηγήσει τελικά σε χρόνια αντοχή στην ινσουλίνη και μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος».

ΠΗΓΗ: tanea.gr

Στρες και κακή διατροφή πίσω από την ακμή των ενηλίκων

Το οικογενειακό ιστορικό, η ελλιπής κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και το έντονο στρες μπορεί να ευθύνονται για την ακμή των ενηλίκων, αναφέρουν επιστήμονες από την Ιταλία.

Σε μελέτη που πραγματοποίησαν με σχεδόν 500 γυναίκες διαπίστωσαν ότι αυτοί είναι μερικοί από τους παράγοντες που αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες να δει κανείς την ακμή του να επιμένει επί πολλά χρόνια μετά την εφηβεία.

Η ακμή προσβάλλει το σχεδόν 80% των εφήβων, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς απαλλάσσονται από τα αντιαισθητικά σπυράκια έως τα 20 τους χρόνια, δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Λουΐτζι Νάλντι, διευθυντής του Ερευνητικού Δερματολογικού Κέντρου GISED και της Δερματολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Papa Giovanni XXIII, στο Μπέργκαμο.

Δυστυχώς, όμως, το 20% έως 40% εξακολουθούν να έχουν σπυράκια μέχρι τα 25 ή και τα 30 τους χρόνια.

Οι γιατροί δεν γνωρίζουν γιατί μερικοί άνθρωποι, ιδίως γυναίκες, έχουν εμμένουσα ακμή και άλλοι όχι, αλλά η νέα μελέτη υποδηλώνει ότι το φαινόμενο μπορεί να έχει πολλούς συμβάλλοντες παράγοντες.

Όπως γράφουν ο δρ Νάλντι και οι συνεργάτες του στο τεύχος Δεκεμβρίου της Επιθεώρησης της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας, πήραν συνεντεύξεις από 248 γυναίκες με ακμή και 270 γυναίκες με άλλα δερματολογικά προβλήματα, οι οποίες είχαν απευθυνθεί σε δερματολογικές κλινικές 12 ιταλικών πόλεων.

Όπως έδειξαν οι απαντήσεις τους, η εμφάνιση της ακμής συσχετίζεται με ορισμένους παράγοντες του τρόπου ζωής, καθώς και με το οικογενειακό και το ατομικό ιατρικό ιστορικό.

Έτσι, οι γυναίκες που έτρωγαν φρέσκα φρούτα, λαχανικά και ψάρια σπανιότερα από τέσσερις φορές την εβδομάδα είχαν υπερδιπλάσιες πιθανότητες ακμής των ενηλίκων σε σύγκριση με όσες έτρωγαν καθημερινά φρούτα και λαχανικά, και συχνά ψάρια.

Επιπλέον, όσες ανέφεραν έντονο ή πολύ έντονο στρες, είχαν υπερτριπλάσιο κίνδυνο εμμένουσας ακμής, ενώ όσες ήσαν εργαζόμενες γραφείου είχαν υπερδιπλάσιο κίνδυνο απ’ ό,τι οι οικοκυρές και οι άνεργες γυναίκες.

Άλλοι παράγοντες που αύξαναν τον κίνδυνο ήταν το ιστορικό ακμής στους γονείς ή στα αδέλφια (αύξηση κατά 3 και 2,4 φορές αντιστοίχως), το ατομικό ιστορικό ακμής στην εφηβεία (5,4 φορές μεγαλύτερος κίνδυνος για ακμή ενηλίκων) και η αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο ή/και στο σώμα (αύξηση του κινδύνου κατά 3,5 φορές).

Αν και τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν πως οι παραπάνω παράγοντες είναι οι αιτίες ή ότι αν οι γυναίκες τρώνε περισσότερα φρούτα και λαχανικά θα απαλλαγούν από τα σπυράκια, οι ειδικοί λένε πως καλό θα ήταν να δοκιμάσουν να βελτιώσουν τη διατροφή τους και να ηρεμήσουν.

Αν δεν βελτιωθεί η ακμή τους, ει μη τι άλλο θα έχουν ωφελήσει άλλες παραμέτρους της υγείας τους, τονίζουν.

ΠΗΓΗ: tanea.gr

Η καθιστική ζωή μας γερνάει... γρηγορότερα

Όσοι άνθρωποι δεν ασκούνται και κάθονται πολλές ώρες την ημέρα, κινδυνεύουν να γεράσουν... πρόωρα, προειδοποιεί νέα έρευνα.
Ερευνητές που αξιολόγησαν σχεδόν 1.500 ηλικιωμένες ανακάλυψαν ότι όσες κάθονταν το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας και ασκούνταν λίγο είχαν κύτταρα βιολογικά μεγαλύτερα κατά 8 χρόνια σε σχέση με την πραγματική ηλικία τους.
Ο ερευνητής Aladdin Shadyab, του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, δήλωσε ότι η έρευνα ανακάλυψε ότι τα κύτταρα γερνούν γρηγορότερα με τον καθιστικό τρόπο ζωής. Η χρονολογική ηλικία δεν ταιριάζει πάντα με τη βιολογική.
Το δείγμα αποτελούνταν από γυναίκες, ηλικίας 64 έως 95 ετών, που απάντησαν σε ερωτηματολόγια και φορούσαν συσκευή για 7 ημέρες που παρακολουθούσε τα επίπεδα δραστηριότητας. Η έρευνα δεν αποδεικνύει αιτιατή σχέση μεταξύ επιταχυνόμενης γήρανσης και έλλειψης άσκησης.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι γυναίκες που κάθονταν περισσότερο από 10 ώρες την ημέρα και είχαν λιγότερο από 40 λεπτά μέτριας ή έντονης φυσικής δραστηριότητας καθημερινά, είχαν βραχύτερα τελομερή.
Τα τελομερή, φυσιολογικά κονταίνουν με την ηλικία, αλλά παράγοντες υγείας και του τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα και η παχυσαρκία, μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία. Τα κοντύτερα τελομερή συνδέονται με καρδιοπάθεια, διαβήτη και καρκίνο.
Η έρευνα έδειξε ότι γυναίκες που κάθονταν περισσότερο δεν είχαν κοντύτερα τελομερή, αν ασκούνταν για τουλάχιστον 30 λεπτά τη μέρα, δήλωσαν οι ερευνητές.
Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό American Journal of Epidemiology.