Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Πώς η καφεΐνη συνδέεται με πιο λεπτή μέση

Ώρα να πιείτε ένα καφέ ή ένα τσάι!
 Τρεις κούπες καφέ ή τσάι την ημέρα μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, όπως υποστηρίζει μια έρευνα που έγινε σε σχεδόν 9.000 ανθρώπους. Επιπλέον, η τακτική κατανάλωση καφεΐνης (μέσα από ροφήματα όπως ο καφές και το τσάι) συνδέεται και με… πιο λεπτή μέση και χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος, σε σχέση με τους ανθρώπους που καταναλώνουν λιγότερο από μία κούπα από οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ροφήματα την ημέρα.

 Ο καφές –όχι όμως και το τσάι- όπως αναφέρει δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Daily Mail, φαίνεται ότι συνδέεται και με τη χαμηλή αρτηριακή πίεση, χωρίς ωστόσο να είναι ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο προκαλείται αυτό. Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε αντίθεση με προηγούμενες έρευνες, οι οποίες συνέδεαν την κατανάλωση καφέ με υψηλή αρτηριακή πίεση.

 Η μεγάλη περιφέρεια μέσης, ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος και η υψηλή αρτηριακή πίεση, συμβάλλουν όλα στην εμφάνιση του μεταβολικού συνδρόμου –ένα «σύμπλεγμα» συμπτωμάτων που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, καρδιακών ασθενειών και εγκεφαλικού.

 Ερευνητές από το πανεπιστήμιο University College του Λονδίνου βρήκαν, ότι όσοι πίνουν καφέ ή τσάι εμφανίζουν κατά 25% λιγότερα συμπτώματα του μεταβολικού συνδρόμου, ενδεχομένως επειδή οι πολυφαινόλες που περιέχονται σε αυτά δρουν κατά των φλεγμονωδών χημικών ουσιών.
newsbeast.gr

Οι επιπτώσεις της αύξησης του λίπους στο σώμα

Πώς επηρεάζονται διάφοροι παράγοντες καρδιομεταβολικού κινδύνου
 Νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Medicine, δείχνει ότι η αύξηση του σωματικού λίπους επηρεάζει αρνητικά διάφορους παράγοντες καρδιομεταβολικού κινδύνου, ακόμη και σε νέους ενήλικες με φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος.

 Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, δεν υπάρχει κάποιο όριο, κάτω από το οποίο η αύξηση του δείκτη μάζας σώματος να μην επηρεάζει αρνητικά το μεταβολικό προφίλ του ατόμου.

 Το υπερβάλλον σωματικό λίπος αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο. Συγκριτικά με άτομα χαμηλού σωματικού βάρους, όσοι έχουν αυξημένο δείκτη μάζας σώματος διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης απειλητικών για τη ζωή ασθενειών, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια.

 Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από 12.664 εφήβους και ενήλικες νεαρής ηλικίας, που κατά πλειοψηφία δεν εμφάνιζαν παχυσαρκία. Συνολικά, βρέθηκε ότι το υπερβάλλον σωματικό λίπος επηρεάζει αρνητικά όχι μόνο τα επίπεδα χοληστερόλης και γλυκόζης του αίματος, αλλά σχετίζεται και με ένα σύνολο περαιτέρω μεταβολικών διαταραχών.

 Παράλληλα, μελετήθηκε η σχέση μεταξύ της μεταβολής του δείκτη μάζας σώματος σε διάστημα 6 ετών και των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου, σε περίπου 1.500 ενήλικες νεαρής ηλικίας, από όπου φάνηκε πως το μεταβολικό προφίλ των ατόμων συνδέεται στενά με τη μακροχρόνια μεταβολή του σωματικού βάρους.

 Σύμφωνα με τους ερευνητές, η παρούσα μελέτη τονίζει ότι η αύξηση του σωματικού βάρους σχετίζεται με αρνητικές επιπτώσεις στο μεταβολικό προφίλ νέων ενηλίκων, ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται εντός των φυσιολογικών ορίων του δείκτη μάζας σώματος. Από την άλλη, ακόμη και μέτρια απώλεια βάρους φαίνεται ότι σχετίζεται πολλαπλά οφέλη για το μεταβολικό προφίλ των ατόμων.

 Πηγή: neadiatrofis.gr

Σταματήστε το γήρας με... τρέξιμο

Το τζόκινγκ ωφελεί τον οργανισμό
 Το τρέξιμο μπορεί να επιβραδύνει τη διαδικασία του γήρατος, ακόμη και στους ανθρώπους τρίτης ηλικίας (60 ετών και άνω).

 Αυτό υποστηρίζει μια έρευνα αμερικανών επιστημόνων, οι οποίοι μελέτησαν τα ποσά ενέργειας που δαπανούν άντρες και γυναίκες, οι οποίοι παρέμεναν δραστήριοι σωματικά στην ηλικία των 60-70 ετών.

 Οι μισοί από αυτούς έτρεχαν τακτικά, ενώ οι υπόλοιποι περπατούσαν για τουλάχιστον μισή ώρα τρεις φορές την εβδομάδα ή και περισσότερο.

 Όσοι ήταν 69 ετών ή και μεγαλύτεροι και γυμνάζονταν κάνοντας τζόκινγκ κατανάλωναν την ίδια ποσότητα ενέργειας όταν περπατούσαν, όπως και ένας 20αρης. Όσοι προτιμούσαν το περπάτημα σε σχέση με το τρέξιμο δαπανούσαν περίπου την ίδια ποσότητα ενέργειας, όπως οι μεγαλύτερης ηλικίας μη δραστήριοι συνταξιούχοι και έως 22% περισσότερη ενέργεια σε σχέση με τους 20ρηδες.

 Τα πλεονεκτήματα αυτά μπορεί να οφείλονται στα μιτοχόνδρια, τα οποία παράγουν μια χημική ουσία, γνωστή ως τριφωσφορική αδενοσίνη, η οποία δίνει την απαραίτητη ενέργεια στους μύες, προκειμένου να εκτελούν διάφορες εργασίες.
 Όσοι ασκούνται τακτικά έχουν περισσότερα μιτοχόνδρια στα κύτταρά τους, τα οποία τους παρέχουν περισσότερη ενέργεια που τροφοδοτεί μεγαλύτερες μυϊκές ομάδες.

 «Το συμπέρασμα είναι ένα: το τρέξιμο διατηρεί τον οργανισμό νέο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ενεργειακή απόδοση» εξήγησε ο καθηγητής Rodger Kram από το πανεπιστήμιο Boulder του Κολοράντο.

 Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στο PLOS ONE.

Πιο αξιόπιστη η ζυγαριά την Τετάρτη

Φινλανδοί ερευνητές συμβουλεύουν όσους θέλουν να αδυνατίσουν να ζυγίζονται κάθε Τετάρτη.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο PLOS One, οι ειδικοί από το Πανεπιστήμιο του Τέμπερε τονίζουν επίσης ότι ο καθημερινός έλεγχος του βάρους δεν είναι αποτελεσματικός.

Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η Τετάρτη είναι η καλύτερη ημέρα για να ζυγίζεται κανείς διότι τότε είναι λιγότερο πιθανό το βάρος να έχει διακυμάνσεις και άρα μπορεί να έχει μια αληθινή εικόνα για τα κιλά του και να κάνει ασφαλείς συγκρίσεις με τις προηγούμενες εβδομάδες.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι συνήθως οι άνθρωποι ζυγίζουν περισσότερο τα Σαββατοκύριακα και στη συνέχεια σταδιακά χάνουν βάρος κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Το πόσο επιπλέον ζυγίζουν το Σαββατοκύριακο εξαρτάται από το αν βγαίνουν έξω για φαγητό ή αν χαλαρώνουν στο σπίτι.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι αν κάποιος ζυγιστεί το Σαββατοκύριακο το πιθανότερο είναι να δει αύξηση ή μείωση του βάρους του ανάλογα με τις δραστηριότητές του και τελικά να μην έχει πραγματική εικόνα της κατάστασής του.

«Αλλά εκείνοι που προσπαθούν να χάσουν βάρος, δεν θα πρέπει να ξεχνάνε να ζυγιστούν τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, αφού μπορεί να καταλήξουν να πάρουν κιλά αντί να χάσουν», σημειώνει η Δρ Ελίνα Χελάντερ. «Και αυτό διότι η τακτική παρακολούθηση του βάρους βοηθά στην πιστή τήρηση του διατροφικού προγράμματος», προσθέτει.

Για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι ερευνητές έθεσαν υπό ιατρική παρακολούθηση 40 υπέρβαρα άτομα και ανέλυσαν 2.838 διαφορετικές μετρήσεις βάρους σε διάστημα ενός έτους.

Παρατήρησαν λοιπόν πως και πότε τα άτομα ζυγίζονταν και συσχέτισαν τους παράγοντες αυτούς με το πόσα κιλά είχαν χάσει.

Τελικά, εκείνοι που δεν ζυγίζονταν μια φορά την εβδομάδα κατέληξαν να πάρουν βάρος, ενώ εκείνοι που έλεγχαν το βάρος τους σε εβδομαδιαία βάση είδαν το βάρος τους να μειώνεται. Όσοι ζυγίζονταν κάθε Τετάρτη, ήταν πιο αποτελεσματικοί στην μάχη κατά των περιττών κιλών.
zougla.gr